
Κρατώ στα χέρια μου μικρόσωμο ποτήρι.
Είναι ένα σκαλισμένο διαμάντι
ούτως ώστε να με απειλήσει
ξέχειλο απ’ το δηλητήριο
του πρωτόπλαστου φιδιού
είπε ο άνθρωπος
κι ευθύς του αποκρίθηκε η Πανδώρα
Α, ειν’ ακριβό
ό,τι απέμεινε από μια συντέλεια
για ν’ αντέξει στην επόμενη
χώρια που η ακούσια αυτή παλαίωση του υλικού
το καθιστά ακόμα ακριβότερο.
Κάθιδρος Πανδώρα ξύπνησα
απ’ την αποψινή ζωή μου
και βρέθηκα σε πάτωμα θλιβερό
έτοιμος να προσευχηθώ
μα ανέτοιμος να ικετέψω
τη Μοίρα,
αυτόν τον από μηχανής διάβολο
που μου ’δωσε να θηλάσω βάρος
από την ίδια την ψυχή μου
μεγαλύτερο,
για να με λυπηθεί
κι αίφνης στεγνός να κοιμηθώ ξανά.
Ξέρεις τι βλέπω;
Να, εδώ!
Μα τα εκατομμυριαπλά εκατομμυριαπλεκατομμυριάκις εκατομμύρια
κόκκους άμμου
που βυθίστηκαν στα ίχνη
από βήματα μοναχικού νομάδα
κι ανέραστου Ψαμμίτη
σε παρθένα έρημο,
βλέπω να με κερνά ετούτη η μέρα
αυτό το πανάκριβο καθώς φαίνεται δηλητήριο
μα αψηφά ότι του δώρου της το μεγαλείο
αρμόζει σε γιορτή μεταλλαγμένη,
ίσως αν θες σε μιαν επέτειο πένθους
που ενώ είναι ανύπαρκτη
καλέστηκα σ’ αυτήν
και να την καταπιώ υποχρεώνομαι,
μα τι ειρωνεία…
Ω, Πανδώρα!
Όλα μπροστά μου τρέμουν τόσο παραισθησιακά.
Βλέπω στο πάτωμα να σέρνεται η φωνή μιας μάνας
που απόκοσμα ουρλιάζει στα παιδιά της
Φυτρώσατε
μαζί με τη σκιά ενός γέρου
που τ’ απομένουν λίγα μόνο δευτερόλεπτα
να λέει
ζω μονάχα γιατί μίσησα τη ζωή
την χρησιμοποίησα και τώρα με πετάει
αυτός ήταν ο μόνος τρόπος τιμωρίας μου
για το αγνό μου μίσος
κι ακόμα βλέπω τον ήλιο να έρχεται από μακριά πολύ
διαγράφοντας σπειροειδή τροχιά
έτοιμο να πέσει πάνω μου
και να μου κάψει τα σωθικά
όταν θα κολυμπάει στο στομάχι μου
ένας ακριβός θάνατος.
Πανδώρα!
Μου φαίνονται όλα τόσο παράλογα απόψε
αλλ’ ακριβώς επειδή είναι παράλογα τα πιστεύω.
Και λίγο πριν αποκοιμηθεί ο άνθρωπος
άκουσε την φωνή της Πανδώρας
που έχασκε από συχνότητα
γιατί έφευγε απ’ το νευρωνικό δωμάτιο
του Συνειδητού του
να του λέει
Δική σου ευθύνη ήταν και επιλογή
ακόμα και μόνο που το ποτήρι
βάστηξες
προς τούτο λοιπόν, την επόμενη
παρεμφερώς για σε εφιαλτική αποκήρυξη σου
από τον μείζονα κόσμο της λογικής
να πεις
δεν θα κρατήσω τίποτε ξανά
που δεν είναι
και δεν θα καταστεί ποτέ δικό μου
είτε επειδή είναι Ξένου
είτε γιατί στον Εαυτό του ανήκει.
Ωστόσο εκείνη δεν πρόλαβε τον ψίθυρο τ’ ανθρώπου.
Πανδώρα
κανείς πιο ξένος με μένα δεν είναι
απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Βλέπεις,
η γνώση αφορά ένα πράγμα τη φορά,
η περισσότερη πεινάει χρόνο.
Γνωρίζεις πάντα κάτι για πολλούς
αγνοώντας κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή της γνώσης
για σένα τον ίδιο.
Λίγο αργότερα ο γέρος ξεψύχησε ήσυχα.

Photos by Maximax© All rights Reserved.
***************************************************************************************************