Τον μύησαν στην πληθωρική τέχνη
μιας ασάλευτης αλήθειας .
Χάθηκε στο άπειρο
κάθε του αρμονικά πλασμένο καλούπι
σαν μισοτελειωμένη σύνθεση
που βούλιαξε στις αμαρτίες των σεισμών
μετανιωμένη .
Και σαν των πάγων τη κραυγή
στο θάνατο του χειμώνα ,
γεννήθηκε ξανά απ’ την αρχή
ταξίδι για του κοιμισμένου ονείρου
την κρυψώνα .
Σταυροδρόμι έγινε ο τόπος της θυσίας …

**********************************************************************

Ο Τόπος Της Θυσίας γράφτηκε αρκετά χρόνια πριν και εντάσσεται σε ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τίτλο “Δάκρυα Ηρώων”.

Photo by Maximax. All Rights Reserved.

**********************************************************************

Κρατώ στα χέρια μου μικρόσωμο ποτήρι.
Είναι ένα σκαλισμένο διαμάντι
ούτως ώστε να με απειλήσει
ξέχειλο απ’ το δηλητήριο
του πρωτόπλαστου φιδιού

είπε ο άνθρωπος

κι ευθύς του αποκρίθηκε η Πανδώρα

Α, ειν’ ακριβό
ό,τι απέμεινε από μια συντέλεια
για ν’ αντέξει στην επόμενη
χώρια που η ακούσια αυτή παλαίωση του υλικού
το καθιστά ακόμα ακριβότερο.

Κάθιδρος Πανδώρα ξύπνησα
απ’ την αποψινή ζωή μου
και βρέθηκα σε πάτωμα θλιβερό
έτοιμος να προσευχηθώ
μα ανέτοιμος να ικετέψω
τη Μοίρα,
αυτόν τον από μηχανής διάβολο
που μου ’δωσε να θηλάσω βάρος
από την ίδια την ψυχή μου
μεγαλύτερο,
για να με λυπηθεί
κι αίφνης στεγνός να κοιμηθώ ξανά.

Ξέρεις τι βλέπω;
Να, εδώ!
Μα τα εκατομμυριαπλά εκατομμυριαπλεκατομμυριάκις εκατομμύρια
κόκκους άμμου
που βυθίστηκαν στα ίχνη
από βήματα μοναχικού νομάδα
κι ανέραστου Ψαμμίτη
σε παρθένα έρημο,
βλέπω να με κερνά ετούτη η μέρα
αυτό το πανάκριβο καθώς φαίνεται δηλητήριο
μα αψηφά ότι του δώρου της το μεγαλείο
αρμόζει σε γιορτή μεταλλαγμένη,
ίσως αν θες σε μιαν επέτειο πένθους
που ενώ είναι ανύπαρκτη
καλέστηκα σ’ αυτήν
και να την καταπιώ υποχρεώνομαι,
μα τι ειρωνεία…

Ω, Πανδώρα!
Όλα μπροστά μου τρέμουν τόσο παραισθησιακά.
Βλέπω στο πάτωμα να σέρνεται η φωνή μιας μάνας
που απόκοσμα ουρλιάζει στα παιδιά της

Φυτρώσατε

μαζί με τη σκιά ενός γέρου
που τ’ απομένουν λίγα μόνο δευτερόλεπτα
να λέει

ζω μονάχα γιατί μίσησα τη ζωή
την χρησιμοποίησα και τώρα με πετάει
αυτός ήταν ο μόνος τρόπος τιμωρίας μου
για το αγνό μου μίσος

κι ακόμα βλέπω τον ήλιο να έρχεται από μακριά πολύ
διαγράφοντας σπειροειδή τροχιά
έτοιμο να πέσει πάνω μου
και να μου κάψει τα σωθικά
όταν θα κολυμπάει στο στομάχι μου
ένας ακριβός θάνατος.

Πανδώρα!
Μου φαίνονται όλα τόσο παράλογα απόψε
αλλ’ ακριβώς επειδή είναι παράλογα τα πιστεύω.

Και λίγο πριν αποκοιμηθεί ο άνθρωπος
άκουσε την φωνή της Πανδώρας
που έχασκε από συχνότητα
γιατί έφευγε απ’ το νευρωνικό δωμάτιο
του Συνειδητού του
να του λέει

Δική σου ευθύνη ήταν και επιλογή
ακόμα και μόνο που το ποτήρι
βάστηξες
προς τούτο λοιπόν, την επόμενη
παρεμφερώς για σε εφιαλτική αποκήρυξη σου
από τον μείζονα κόσμο της λογικής
να πεις
δεν θα κρατήσω τίποτε ξανά
που δεν είναι
και δεν θα καταστεί ποτέ δικό μου
είτε επειδή είναι Ξένου
είτε γιατί στον Εαυτό του ανήκει.

Ωστόσο εκείνη δεν πρόλαβε τον ψίθυρο τ’ ανθρώπου.

Πανδώρα
κανείς πιο ξένος με μένα δεν είναι
απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Βλέπεις,
η γνώση αφορά ένα πράγμα τη φορά,
η περισσότερη πεινάει χρόνο.
Γνωρίζεις πάντα κάτι για πολλούς
αγνοώντας κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή της γνώσης
για σένα τον ίδιο.

Λίγο αργότερα ο γέρος ξεψύχησε ήσυχα.

Photos by Maximax© All rights Reserved.

***************************************************************************************************

Το παρόν ιστολόγιο τίθεται επ’ αόριστον εκτός λειτουργίας. Ευχαριστώ τους φίλους και τους αναγνώστες για το χρόνο που διέθεσαν σε αυτό.

Maximin.

http://vimeo.com/moogaloop.swf?clip_id=5082155_en/ full screen


Η ιδέα για την δημιουργία ενός τοιχικού βίντεο ήταν στο μυαλό του Marco Brambilla για αρκετό καιρό, μέχρι που του ζητήθηκε κάτι τέτοιο από το ξενοδοχείο “Standard” που βρίσκεται στην Νέα Υόρκη. Η Διεύθυνση του ξενοδοχείου ήθελε να εφαρμοστεί ένα τέτοιο project κατά ύψος των τοίχων που “βλέπουν” οι ανελκυστήρες του ξενοδοχείου. Τετρακόσια διαφορετικά βίντεο συμμετέχουν στο σύνολο έργο το οποίο δεν αποτελεί άλλο παρά συνδυασμό δυναμικών απεικονίσεων τόσο ως προς τον ίδιο τον τοίχο που βρίσκονται, όσο και σε σχέση με τον “επιβάτη” του ανελκυστήρα (το οποίο φυσικά και είναι αδρανειακό σύστημα αναφοράς). Ο Brambilla αναφέρει σε συνέντευξή του για το εν λόγω καλλιτεχνικό project, πως το δυσκολότερο κομμάτι του έργου του ήταν η έρευνα ώστε να βρεθούν τα κατάλληλα συστατικά βίντεο που απαιτούνταν για να δημιουργηθεί ένα “εικονικό ταξίδι” από τον παράδεισο στην κόλαση κατά την κατάβαση του ανελκυστήρα και αντιστρόφως κατά την ανάβασή του.

Η “Ιεροτελεστία Της Άνοιξης” του Ιγκόρ Στραβίνσκι εφαρμόζει άψογα πάνω στο εξαιρετικό έργο του Brambilla παρακολουθώντας το οποίο, ένιωσα για πρώτη φορά πως Ποιήματα, κάποτε, δεν γράφονται μόνο με λέξεις…

Maximin.

Κάποτε ο άνθρωπος
θυμίζει έντομο·
σκέψου τη μύγα π’ αερίζει τα φτερά της
γρήγορα
κι όμως, έχει ταχύτητα νωθρή
σε μια σάλα ερμητικά κλειστή
π’ αποτελεί μέγα μακρόκοσμο
για τους εν πλήρη τάξει ερριμμένους
τμηματικούς ιστούς της.

Έτσι πρέπει να γίνεται αισθητή
απ’ εαυτόν η Επιθυμία
είπε η Πανδώρα στον άνθρωπο

διότι
τι άλλο είναι
πέρα απ’ ένα φρούδο πέταγμα
μιας ύπαρξης ανεπαίσθητου μεγέθους
σ’ ένα τρανό ή ανίσχυρο
(ευθέως ανάλογα με το μέγεθος των φτερών)
μακροκοσμικό σαλόνι,
πάνω απ’ τη σκακιέρα
όπου παίζεται η εν εξελίξει ζωή του;

Σε πληροφορώ,
περιεχόμενο άλλο
ουδέν υπάρχει
έξω απ’ το πανδωρικό κουτί
π ο υ   ο   ί δ ι ο ς   ε ί σ α ι
άνθρωπε
και μέσα στο σαλόνι
πέρα απ’ τα τμήματα της σκακιέρας
τα μη τέμνοντα μ’ εκείνα
της δικής σου
άυλης ανατομίας.

“Χορεύει μέσα μου ένα ανθρωπάκι
που λέγεται Επιθυμία”

θα μπορούσες να πεις φειδωλώς
ως προς αυτό που δύναται,
χωρίς ωστόσο να το γνωρίσεις
να καταστήσει την εγγενή με τη φύση σου
λανθάνουσα παράνοια
σε μείζονα ΛΑ,
μια μη διαχειρίσιμη νευρωνική σύγχυση
απαράμιλλου ιατρικού ενδιαφέροντος τε
και ευθέως αναλόγως ανυπέρβλητης
του πλησίοντος
ολιγωρία.

Σήμερα
μονάχα να μ’ ακροαστείς μπορείς
εάν φερθείς
μη παρωδιακά
για να γνωρίσεις ότι
η Επιθυμία είναι
μία αισχρή ανθρώπινη αδυναμία
αν μπορετό δεν κατέστη
να βιωθεί ως Ανάγκη
που είτε ρημάζει τα έγκατα της μη ύλης σου
είτε αγνοείται με μεγαλοπρέπεια
από το προσεχώς
εντός (εναλλάξ)
έτερων διαδικασιών
ψυχαγωγούμενο κορμί σου.

************************************************************************


Πανδώρα,
δείξε μου το πιο βαρύ περιεχόμενό σου

είπε ο άνθρωπος

κι εκείνη
χάραξε ευθύς το έμπροσθεν αδειανό
χωρικό πεδίο
με το πιο μακρύ αγκάθι
που συνόδευε υπαρξιακά
ένα βαλσαμωμένο ρόδο
με υγρό άζωτο.

Αυτό που βλέπω είναι θρύψαλα
πεισματωμένα να μείνουν
στην πρότερή τους κατάσταση

είπε

όμως δεν είχε μέσα του άυλο σύστασης πράγμα
διαφορετικό
απ’ την ψυχή του λιονταριού
κι από υλικό αγαθό
αξίας όμοιας
μ’ όση που έχουν
όλοι οι ανθρώπινοι πλακούντες,
της φύσης τα αθροιστικά αγκαλιάσματα
στους ερχόμενους νους…

Αυτό που βλέπω
είναι όντως εκείνο που πραγματικά
υφίσταται;

είπε ο άνθρωπος

κι απάντησε η Πανδώρα  Ό χ ι

καθότι είσαι άνθρωπος
ο    τ έ λ ε ι ο ς   μ η    θ ε ό ς
μήτε και για δαιμόνου κάτω άκρο
φορεσιά.

Είναι η Αγάπη ταυτόσημη
με την ανάσα βρέφους
ήσυχη,
από ζωή αγνή ερχόμενη
αδιάκοπη φαίνεσθαι
(μα κάποτε είναι)
όπως το μέλλον της νεαρής αυτής ύπαρξης
που την εκπνέει

ως εκ τούτου
βλέπε
ή προσπάθησε να δεις
πως είναι ανοιχτό σε όλα τα ενδεχόμενα .

Βέβαια,
Λάβε υπόψη σου τις συνεπαγωγές
που οι πράξεις των ανθρώπων προκαλούν
και αγνοείς…

Λέοντας είναι Πανδώρα η Αγάπη;

***

Η μοναξιά είναι θηριοδαμαστής.
Τις νύχτες ουρλιάζουν τα θηρία
πάνω σε μοναχικά βουνά

έτσι είναι οι μεγάλοι άνθρωποι,
άσμικτοι μεταξύ τους,
πυκνός καθείς των

κι είναι κοντά σ’ αυτά εάν βρεθείς
το μέγεθός τους το τεράστιο
αόρατο.

Αν είναι μπορετό
το ροδοπέταλο να γίνει ορατό
δίχως ρωγμή καμία
το βλέμμα πάνω του να προκαλέσει

αν τ’ άρωμά του
βασάνισε τους ρινοκάλυκες
για τ’ ακατάπαυστο του Χρόνου
δυο φορές

αν από χέρι πληγώθηκε
η ησυχία του αγκαθιού
δίχως να την λερώσει με το βέβηλο αίμα του

αν τράφηκε ο άνθρωπος
από του ρόδου τη σιωπή
και αναπτύχθηκε μ’ αυτήν
σαν σπόρος ριζωμένος
σε ψύχραιμο χώμα
κι ύστερα βλάστησε ως δίδυμο
με την τροφή του ον

τότε
μάντεψε ποιος και πώς
ίσταται έχων και
θιασώτης σθεναρός
της πρωτοκαθεδρίας
ανάμεσα στα
άλλα
θηριώδη και αυτά κάποτε
συναισθήματα.

***************************************************************************************************

Μπήκε βαθιά
αίφνης μία ιδέα στο κεφάλι του ανθρώπου
κι τ’ άνοιξε μιαν οπή
που το ’καμε
με την ίδια χρονική αμεσότητα
συγκοινωνούν δοχείο
με τον ουρανό.

Ποιες είναι όλες οι συμφορές του κόσμου,
θα μπορούσα άραγε σ’ ένα κεφάλι να τις κλείσω
κι ύστερα
να τις αποκεφαλίσω
κρατώντας ζωντανό εκείνο το κρανίο
που τις έζωσε;

Το Σύμπαν χωρίζεται σε Δύο Μέρη
είπε ο άνθρωπος,
ό,τι είναι εντός μου
κι ό,τι είναι πέρα από μένα

και θυμήθηκε με μιαν
όλως ορθόδοξα
ακατάληπτη χρονική σειρά
πως είχε υπάρξει άλλοτε παρατηρητής
κι άλλοτε τρόφιμος
αγέρωχων νοσοκομειακών κτισμάτων,
χλομών φυλακών,
στείρων πεδίων μάχης στην ξηρά,
σε μέρη που τιμούν τους πεθαμένους
συζητώντας με τους άλλους έχοντας ανά χείρας
καυτά φλιτζάνια με αρωματικό τσάι
από βουνοκορφές που δεν λησμόνησε
να χαμογελάσει του θεού το μάτι
κι έτσι, μυρωδικά ανάβλυζαν τα λόγια τους
για μνήμες και για μυστικά
που αμφιβάλλω αν τους νεκρούς τιμούσαν
και αν τους ζώντες ενίσχυαν
με περαιτέρω ζωή.

Ο άνθρωπος θυμήθηκε ένα παιδί
που αλυχτούσε μέσα στα οράματά του
ορφανό από στοργή
άλλοτε στην επιφάνεια μιας φωτεινής κολάσεως
με ολόγυρα φωτιές που βίαζαν ψυχεδελικές φιγούρες,
τις ξένες με κείνο και με τ’ όραμα ολότελα
κι άλλοτε στα έγκατα κάποιου παράδεισου μακρινού
που ικέτευε σαν ζων χωρικός οργανισμός
για λίγο χρόνο ακόμα πριν
το ξύπνημα μα

Οίκτος στα οράματα δεν υπάρχει
παρά μόνον αλήθεια.

Ο άνθρωπος σκέφτηκε πως
είτε έτσι είτε αλλιώς
ό,τι είναι εντός του και εκτός
είναι ατελές δημιούργημα και
νόημα έχει ουδέν
να κάνει παιχνίδι με το υποτιθέμενο μέγιστο
της φαντασίας
και της μνήμης του
και συμβιβάστηκε προς στιγμήν
με την προαιώνια απορία
που άλλοτε βασανίζει ανηλεώς
κι άλλοτε χαϊδεύει με αστείρευτη λατρεία
του ανθρώπου το κεφάλι
“Πώς θα γινόμουν καλύτερος;”

Γιατί, αν δεν υπάρχουν συνθήκες βεβαιότητας
μετά από κάθε αναπόφευκτο έγκλημα
που γεννά η μεγάλη μάνα
με το όνομα
“Ζωή”
ο άνθρωπος θα καλεστεί,
ανεξάρτητα από το αν την πρόσκληση αποδεχτεί
ή όχι,
να εφεύρει ένα κριτήριο παλάντζας
για τα αμέτρητα ενδεχόμενα
που οπές δεν δύνανται ν’ ανοίξουν στο κεφάλι του
το εντέλει μη συγκοινωνούν με τον ουρανό,
που μοιάζει ή είναι δίδυμο
του κριτηρίου Maximin.

**********************************************************************************************

Του χρόνου το πάλεμα με τον χρόνο
ειν’ εδώ.
Μοιάζει με ακατόρθωτη μέθη μες
σ’ ένα ή σε δυο
στομάχια σχιζοφρενικά
μ’ αλίμονο, του ορισμού το μέτρημα κατέστη
κιόλας ασήμαντο.
Εδώ, άκουσε ότι
δεν πρόκειται για πάλη δυο
αντιμαχόμενων αφενός
και αφετέρου αλληλοσυμπληρούμενων όντων μα
ούτε και δύο γενικότερα·
βλέπεις, το μέτρημα απαιτεί μια
στοιχειώδη ομοιομορφία
ώστε να κατισχύσει σαν δράση
παρά να χαθεί
σαν χωρατό ημιμαθούς
στα στομαχικά νεφελώματα του ποτέ.

Ο χρόνος ν’ αντέξει στον χρόνο
άραγε είναι δυνατό;

Μα ναι, είναι ο μόνος που
μετεωρίζεται όχι ανάμεσα
μα μέσα
στο ποτέ και το πάντα
και πόσο πάλλον δε
μες στο εγγύς κάποτε ή
το μακρινό τότε.
Σου λέγω, το ποτέ είναι το εναντιωματικό πάντοτε
για τον χρόνο μιας και
αν δεν συνέβη ποτέ το Γεγονός
υφίσταται πάντοτε η απουσία του
κι αφού η Στιγμή είναι αόριστη μετρικά
σου λέγω πάλι
πως η πρότερη απουσία
αφορά τι άλλο
αν όχι το εγγύς κάποτε.

Ημιευθεία πρόχειρα τον ορίζει
με εναρκτήρια κουκίδα διαστελλόμενη στους τρεις ορίζοντες τε
και τέλος στο άπειρο την τάση
μα
έλα τώρα…
Θυμήσου πως διατηρείς ακλόνητη μαζί του σχέση
πάθους τεθλασμένου και μίσους καλλίγραμμου.
Θα σου θυμίσω ακόμα πόσο υποκειμενικός στέκεις
κατέναντί του·
πάντοτε λίγο από κείνον θες ακόμα
μα
είναι στιγμές που εύχεσαι να’ ταν νεκρός
θυσία μεγαλόστομη στης ευτυχίας σου τον βωμό
έχοντας δεδομένη μέσα σου
την υπερφίαλη ουτοπία ότι τ’ Οριακό
μπορεί και να μην είναι παντοτινό τελικά.
Ή ακόμα πόσο θα ήθελες, είναι που δεν γνωρίζεις,
να βίαζες την φύση του που τείνει πάντοτε μπροστά
και προχωρά ατάραχος απ’ το δειλό σου όνειρο…

Να τον δεχτείς θα τ’ άρμοζε γιατί
αυτός υπάρχει,
μα εσύ;

**********************************************************************